1,2,3,...,8. Έχουμε το Νο 8. Υπάρχει χρόνος, ας καθίσουμε.
Έκανε τόσο κρύο σ' εκείνη την αίθουσα! Έκανε; Ή μήπως με κρύωναν οι σκέψεις μου; Δεν ξέρω, δεν κατάλαβα.. Ένιωθα μόνο το κρύο να με τρυπά ως το κόκκαλο. Εγώ εδώ, η μητέρα μου ακριβώς δίπλα. Νομίζω ότι κρύωνε κι εκείνη από την ίδια σκέψη, τον ίδιο φόβο. Το φόβο αυτού του άγνωστου αντικρίσματος..
Ο πατέρας μου ήταν έξω από την αίθουσα, πιο μακριά. Τον έβλεπα. Τον αναγνώριζα από τα ρούχα και το παράστημα κι ας μη γυρνούσε να με κοιτάξει. Φορούσε εκείνο το ωραίο γκρι κοστούμι, το αγαπημένο του, και κοιτούσε το πλήθος.. Πόσος κόσμος είχε αλήθεια μαζευτεί μέσα στην αίθουσα και στο προαύλιο! Τόσος κόσμος! Μας φώναξαν στο ταμείο, πληρώσαμε, πήραμε την απόδειξη. Να μια απόδειξη που δε θα κρατήσω, σκέφτηκα.."Πάρτε το χαρτάκι και πηγαίνετε στην κατοικία του συζύγου σας να περιμένετε" είπαν στη μητέρα μου. Βγήκαμε αργά από την αίθουσα, αισθανόμουν ότι μου είχαν κρεμάσει κάποια αόρατα βάρη στα πόδια και δεν μπορούσα να περπατήσω με άνεση. Πήραμε το αυτοκίνητο και σε λίγο φτάσαμε. Ο πατέρας μου είχε έρθει με τα πόδια. Καθόταν στον κατάλευκο κήπο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Πόση σημασία είχαν τα χρώματα και τ' αντικείμενα ξαφνικά!
"Μπαμπά; Δε θα γυρίσεις να μας δεις; Δε θα μας χαιρετίσεις;" Δεν απαντούσε.. Δεν ξέρω γιατί..
Κάτι ακούστηκε στην ησυχία. Ήρθαν. Ένα μεταλλικό καρότσι, 2 αξίνες. Είχα αποφασίσει να μη δώσω σημασία στους ανθρώπους σήμερα, να προσέχω μόνο τ' αντικείμενα. Ναι, μόνο σ' αυτά θα έδινα σημασία! Γκρι μεταλλικό καρότσι με δυο ρόδες, δυο αξίνες. Σε λίγο ξεκίνησε ένας θόρυβος, ένας λευκός θόρυβος, τόσο εκκωφαντικός που έκανε τ' αυτιά μου να βουίζουν και να πονάνε!
Σκόνη, λευκό, σκόνη... Και ξαφνικά ξύλο! Καφέ ξύλο.. Πάντα μου άρεσε το σκούρο καφέ ξύλο! Μου φάνηκε τώρα σα να ήταν πόρτα, η πόρτα αυτής της κατοικίας.. Μια πόρτα βαριά που άνοιγε μόνο από έξω.. Δεν ήξερα αν ήθελα ν' ανοίξει. Όχι, ήξερα.. Δεν ήθελα ν' ανοίξει! Έπρεπε όμως να αποχαιρετιστούμε , αυτό μόνο ήξερα, τίποτα άλλο!
"Μπαμπά; Θα γυρίσεις επιτέλους να με κοιτάξεις; Τουλάχιστον τώρα για τελευταία φορά!"
Και τότε κατάλαβα.. "Κατάλαβα γιατί από το πρωί μου κρύβεσαι, γιατί δεν ήθελες να με δεις!"
Τρομερή η εικόνα σ' αυτό το τελευταίο αντίκρυσμα στ' αλήθεια! "Ήθελες να με προστατέψεις μπαμπά, έτσι δεν είναι;" Όμως ήταν αναπόφευκτο! " Έπρεπε να ειδωθούμε για τελευταία φορά, δεν είμαι μικρό κοριτσάκι πια, έπρεπε να σε χαιρετίσω.." Έστω κι έτσι!
Λευκό σεντόνι, κόκκινο κρασί. Μια μηχανή με μεταλλική καρότσα πίσω..
Λευκό σεντόνι, κόκκινο κρασί! Μα ο πατέρας μου δεν έπινε κόκκινο κρασί. Μόνο λευκό, άντε και καμία μπύρα. Για ποτό ούτε λόγος! Λευκό σεντόνι, κόκκινο κρασί!
"Ακολουθήστε με." είπε μια φωνή. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, ακολουθούσα εκείνη τη μηχανή με την καρότσα που είχε μέσα το λευκό σεντόνι και το κόκκινο κρασί.. Δεν έβλεπα τίποτα τριγύρω.. Δεν προσπαθούσα κιόλας! Είχε κολλήσει η ματιά μου σ' εκείνο το λευκό σεντόνι που ακολουθούσα σαν υπνωτισμένη.. Φτάσαμε, κατεβήκαμε, προχωρήσαμε.. Σου έδωσαν κρασί, κόκκινο κρασί, και.. " Τι είναι εδώ; " Δεν πήρα απάντηση. Εδώ λοιπόν είναι η άβυσσος, σκέφτηκα. Άβυσσος ψυχών και σωμάτων.. Μια πολυκατοικία στην άβυσσο.. Η τελευταία κατοικία! Με μια λαμαρίνα για πόρτα, καμιά πολυτέλεια! Όλοι μαζί σαν σε αμπάρι πλοίου! "Εδώ θα είσαι τώρα μπαμπά! Πως θα σε βρίσκω ανάμεσα σε τόσο κόσμο;" Και όλοι τόσο ίδιοι..τόσο απαράμιλλα ίδιοι! "Ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, έτσι δεν είναι;" Σ' αυτή την άβυσσο ψυχών και σωμάτων.. "Σε αφήνω λοιπόν ν' αναπαυτείς! Αντίο μπαμπά.. Αντίο! "
Έκανε τόσο κρύο σ' εκείνη την αίθουσα! Έκανε; Ή μήπως με κρύωναν οι σκέψεις μου; Δεν ξέρω, δεν κατάλαβα.. Ένιωθα μόνο το κρύο να με τρυπά ως το κόκκαλο. Εγώ εδώ, η μητέρα μου ακριβώς δίπλα. Νομίζω ότι κρύωνε κι εκείνη από την ίδια σκέψη, τον ίδιο φόβο. Το φόβο αυτού του άγνωστου αντικρίσματος..
Ο πατέρας μου ήταν έξω από την αίθουσα, πιο μακριά. Τον έβλεπα. Τον αναγνώριζα από τα ρούχα και το παράστημα κι ας μη γυρνούσε να με κοιτάξει. Φορούσε εκείνο το ωραίο γκρι κοστούμι, το αγαπημένο του, και κοιτούσε το πλήθος.. Πόσος κόσμος είχε αλήθεια μαζευτεί μέσα στην αίθουσα και στο προαύλιο! Τόσος κόσμος! Μας φώναξαν στο ταμείο, πληρώσαμε, πήραμε την απόδειξη. Να μια απόδειξη που δε θα κρατήσω, σκέφτηκα.."Πάρτε το χαρτάκι και πηγαίνετε στην κατοικία του συζύγου σας να περιμένετε" είπαν στη μητέρα μου. Βγήκαμε αργά από την αίθουσα, αισθανόμουν ότι μου είχαν κρεμάσει κάποια αόρατα βάρη στα πόδια και δεν μπορούσα να περπατήσω με άνεση. Πήραμε το αυτοκίνητο και σε λίγο φτάσαμε. Ο πατέρας μου είχε έρθει με τα πόδια. Καθόταν στον κατάλευκο κήπο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Πόση σημασία είχαν τα χρώματα και τ' αντικείμενα ξαφνικά!
"Μπαμπά; Δε θα γυρίσεις να μας δεις; Δε θα μας χαιρετίσεις;" Δεν απαντούσε.. Δεν ξέρω γιατί..
Κάτι ακούστηκε στην ησυχία. Ήρθαν. Ένα μεταλλικό καρότσι, 2 αξίνες. Είχα αποφασίσει να μη δώσω σημασία στους ανθρώπους σήμερα, να προσέχω μόνο τ' αντικείμενα. Ναι, μόνο σ' αυτά θα έδινα σημασία! Γκρι μεταλλικό καρότσι με δυο ρόδες, δυο αξίνες. Σε λίγο ξεκίνησε ένας θόρυβος, ένας λευκός θόρυβος, τόσο εκκωφαντικός που έκανε τ' αυτιά μου να βουίζουν και να πονάνε!
Σκόνη, λευκό, σκόνη... Και ξαφνικά ξύλο! Καφέ ξύλο.. Πάντα μου άρεσε το σκούρο καφέ ξύλο! Μου φάνηκε τώρα σα να ήταν πόρτα, η πόρτα αυτής της κατοικίας.. Μια πόρτα βαριά που άνοιγε μόνο από έξω.. Δεν ήξερα αν ήθελα ν' ανοίξει. Όχι, ήξερα.. Δεν ήθελα ν' ανοίξει! Έπρεπε όμως να αποχαιρετιστούμε , αυτό μόνο ήξερα, τίποτα άλλο!
"Μπαμπά; Θα γυρίσεις επιτέλους να με κοιτάξεις; Τουλάχιστον τώρα για τελευταία φορά!"
Και τότε κατάλαβα.. "Κατάλαβα γιατί από το πρωί μου κρύβεσαι, γιατί δεν ήθελες να με δεις!"
Τρομερή η εικόνα σ' αυτό το τελευταίο αντίκρυσμα στ' αλήθεια! "Ήθελες να με προστατέψεις μπαμπά, έτσι δεν είναι;" Όμως ήταν αναπόφευκτο! " Έπρεπε να ειδωθούμε για τελευταία φορά, δεν είμαι μικρό κοριτσάκι πια, έπρεπε να σε χαιρετίσω.." Έστω κι έτσι!
Λευκό σεντόνι, κόκκινο κρασί. Μια μηχανή με μεταλλική καρότσα πίσω..
Λευκό σεντόνι, κόκκινο κρασί! Μα ο πατέρας μου δεν έπινε κόκκινο κρασί. Μόνο λευκό, άντε και καμία μπύρα. Για ποτό ούτε λόγος! Λευκό σεντόνι, κόκκινο κρασί!
"Ακολουθήστε με." είπε μια φωνή. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, ακολουθούσα εκείνη τη μηχανή με την καρότσα που είχε μέσα το λευκό σεντόνι και το κόκκινο κρασί.. Δεν έβλεπα τίποτα τριγύρω.. Δεν προσπαθούσα κιόλας! Είχε κολλήσει η ματιά μου σ' εκείνο το λευκό σεντόνι που ακολουθούσα σαν υπνωτισμένη.. Φτάσαμε, κατεβήκαμε, προχωρήσαμε.. Σου έδωσαν κρασί, κόκκινο κρασί, και.. " Τι είναι εδώ; " Δεν πήρα απάντηση. Εδώ λοιπόν είναι η άβυσσος, σκέφτηκα. Άβυσσος ψυχών και σωμάτων.. Μια πολυκατοικία στην άβυσσο.. Η τελευταία κατοικία! Με μια λαμαρίνα για πόρτα, καμιά πολυτέλεια! Όλοι μαζί σαν σε αμπάρι πλοίου! "Εδώ θα είσαι τώρα μπαμπά! Πως θα σε βρίσκω ανάμεσα σε τόσο κόσμο;" Και όλοι τόσο ίδιοι..τόσο απαράμιλλα ίδιοι! "Ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, έτσι δεν είναι;" Σ' αυτή την άβυσσο ψυχών και σωμάτων.. "Σε αφήνω λοιπόν ν' αναπαυτείς! Αντίο μπαμπά.. Αντίο! "
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου